Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Together We Stand, Devided We Rule

The mankind has splitted and lost 
each man is a different intelligent individual, without fear and shame
The people take their own directions and paths, without unity  and host
and the self-secrifice does not belong to their existence
But how they survive? How they exist?
A loner walks through fire and flames, through axes and knives
but he is king of his own reality and he reigns in his own world

Mourn!! Only mourn!!!
The men are worthly only of mourn!!
they have forgotten their promises, their oaths
they are doomed to live in eternal hell
They must remember, i must remember
the humanity collides with the ruling and the power
the wealth and the fame are not for the human race
They are for Gods!
  

 

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

the lost and the damned



Peaceful nights with a taste of depression in their eyes,
watching the loss of the day in a red sunset
and wondering:
What have we become??
sinners and thieves and vagabonds,
only the bitter fate is following us
but i don't care, i don't worry
i must find my own path through the death and the dark,
through the sorrow and the sadness.
In the end of the road is the light, the truth and the salvation
my own salvation.
So sweet, soft and white as the skin of a young lady, who is kind and pure.
She is like a vague dream, which i cannot understand,
 but i love watching it in my time of sleep.
Sweet melancholic sleep, only this time i can rest my restless body and my shattered soul
Goodnight i hope that the fate is not watching us

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Leonard Cohen - Come Healing

https://www.youtube.com/watch?v=wmObT8HhLS0

O, gather up the brokenness
Bring it to me now
The fragrance of those promises
You never dared to vow.
The splinters that you carried
The cross you left behind
Come healing of the body
Come healing of the mind. 

And let the heavens hear it
The penitential hymn
Come healing of the spirit
Come healing of the limb.
Behold the gates of mercy
In arbitrary space
And none of us deserving
Of cruelty or the grace.
O, solitude of longing
Where love has been confined
Come healing of the body
Come healing of the mind 

O, see the darkness yielding
That tore the light apart
Come healing of the reason
Come healing of the heart. 

O, troubledness concealing
An undivided love
The heart beneath is teaching
To the broken heart above. 

And let the heavens falter
Let the earth proclaim
Come healing of the altar
Come healing of the name.
O, longing of the branches
To lift the little bud
O, longing of the arteries
To purify the blood.

 And let the heavens hear it
The penitential hymn
Come healing of the spirit
Come healing of the limb. 

O let the heavens hear it
The penitential hymn
Come healing of the spirit
Come healing of the limb.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Memento Mori

 https://www.youtube.com/watch?v=A5zicTNF9hY

From the dawn of his life
he chases and he tries to find the Holy Grail
at his first years, he tries to stand on his feet and to speak, to reveal his truth
but the Reaper says <<you are gonna die>>
at the school, bitten and raped
mentally raped
forces which cannot fight
the Reaper always says <<you are gonna die>>
when he is 18 he loses his hairs
his smile
he learns to be nothing, absolutely nothing
nothing but for ashes and dust
because the Reaper says << you are gonna die>>
at his 40's he is bald
he has an ugly wife a junky son
he didn't have any good in his life
then the Reaper says <<you are dead anyway>>



Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

The Art of Hate

https://www.youtube.com/watch?v=85vIimWBLLM

Ζούμε σε μια ζούγκλα
είμαστε ζουγκλα
μονο οι νόμοι της φύσης κυριαρχούν εδώ
ο πιο έξυπνος, ο πιο δυνατός
θα νικήσει, θα κατακτήσει τον κόσμο
μα πάντα υπάρχει η μούχλα
αυτη η μούχλα που χαλάει την αρμονία της βίας
αλλάζει θεωρείες και νόμους
κάνει τα δικά της
μα η ιερη φλόγα
της αλήθειας και του ισχυρου
του Ανώτερου που θα βάλει τα πίονια στην σκακιέρα
και θα ελένξει το παιχνίδι
θα ανάψει στο μελλον, στο κοντινό
και θα κάψει κάθε ζηζάνιο που χαλάει την κτιση Μας
έτσι θα παψουναι να  μιλάνε για Δύναμη που δεν εχουν
για Σοφία που δεν ξέρουν
και για Ύπαρξη που δεν κατέχουν
Εδω ειναι τα ορια σας
μεχρι εκει να φτάνετε
αλλιως η οργή μπορεί να σας τυλήξει
όχι τώρα, ούτε σε λίγο, αλλά μετά.
Πηγαίνω να ξεκουραστώ, η οργή μου με εξάντλησε.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Always Walk Alone

https://www.youtube.com/watch?v=0IvjFESsh3M

I am the kind of man, who have a lots of friends, but he always walks alone
i am the man, who has a lot of girls and groupies, but he always spends the night alone
i am the man ,who can kill his wife and then he will cry endlessly and passionly
i am the man, who has the talent, but he hasn't a soul
i am the man who can does everything, but he does nothing
except one thing
he cannot forget, he cannot....
the pain the misery and the incomplete love
he's broken
broken
full of hatred and force
force to torture and kill
kill everyone who cursed him
plague,divine plague
death, creeping death
cold hands and loneliness
his life, his experiences
no one can save him
no one can save them
only his soul
his will
pray for your falling
because it is nothing

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Ν.Καββαδίας - Καραντί

https://www.youtube.com/watch?v=Z_-_I91GHVA



Μπάσες στεριές, ήλιος πυρός και φοινικιές,
ένα πουλί που ακροβατεί στα Παταράτσα.
Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίζει τροπικές.

Παντιέρα κίτρινη, σινιάλο του νερού,
φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυχτός κι ο Πιζανέλο,
ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού.

Το καραντί, το καραντί θα μας πατάει,
σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ' του Κολόμβου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω, να τυλίξεις την παρκέτα,
χρόνια προσμένω, τη στεριά να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει, καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους,
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια,
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά.
Κατάστηθη, πελεκημένη από σπαθιά,
διπλά φορώντας τον Ίνκας στα σκουλαρίκια.

Το καραντί, το καραντί θα μας πατάει,
σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Gimme shelter

https://www.youtube.com/watch?v=ocXg0c8yKHo

Weird days, strange weeks
As i am waiting my bitter death, like each human being does
i am finding happy moments in this depressive path
moments with permanent and one-moment friends,
with forever in my mind girls and with girls of the one night
with love, help, cure and hate at the same time
with health, illness, and death, in the shape of liquid
with wisdom ,learning and a dream of a free life
dreams that each human being does
everyone dreams.
Staring at the moon in the desert, riding a motorcycle
dying free, young and wild
the American Dream
the American Nighmare
a free man is a loner, waiting to sink in the deep black ocean
waiting for a special hand, a special being to save him
this is his dreams, to find his other half to be an only being,not a human of course.
But never happens, never,
we are guilty of our human nature, of our ugliness, of our fate
we are walking the path alone
waiting to find our salvation or our death
money, love, career,
all are pointless
and as i am silly and asshole
I am waiting, i am waiting to find my own salvation
my own shelter



Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Καββαδίας-Γυναίκα

http://www.youtube.com/watch?v=Y7foKMN0r2s

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει
Το χέρι σου που χάϊδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι
Γεμάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Έντγκαρ Άλλαν Πόε -Το Κοράκι

ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,
     
πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,
     
έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,
     
όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.
  5
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—
     
Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».
 

     
Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,
     
και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.
     
Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου
10
ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ
     
την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —
     
εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.
 
     
Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,
     
μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.
15
Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:
     
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.
     
Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.
     
Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».
 
     
Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.
20
«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,
     
αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,
     
και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,
     
που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —
     
σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.
 
25
Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,
     
την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.
     
Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,
     
και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».
     
Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».
30
Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.
 
     
Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου
     
και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.
     
«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,
     
ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—
35
ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—
     
Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».
 
     
Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,
     
εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.
     
Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,
40
αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου-
     
κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-
     
κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.
 
     
Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,
     
με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.
45
Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,
     
ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—
     
για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»
     
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
     
Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,
50
μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.
     
Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον
     
ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—
     
είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,
     
να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».
 
55
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα
     
εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.
     
Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—
     
Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—
     
Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
60
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».
 
     
Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,
     
είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό
     
που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή
     
τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
65
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο
     
του Ποτέ — Ποτέ πια».
 
     
Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,
     
Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.
     
Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
70
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70
     
Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί
     
Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
 
     
Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή
     
στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
75
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75
     
στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.
     
Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,
     
και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.
 
     
Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι
80
που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. 80
     
«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα
     
Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!
     
Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».
     
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
85
«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος
     
είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,
     
Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —
     
σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,
     
πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»
90
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
     
«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!
     
Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—
     
Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,
     
Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-
95
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—
     
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».
     
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
     
«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»
     
Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —
100
«Να επιστέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!
     
Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!
     
Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου!
     
Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!»
     
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.
 
105
Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,
     
στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας
     
και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,
     
και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·
     
και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,
110
δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.
 

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Make a wish :)

http://www.youtube.com/watch?v=CCh4Hndpwho

What is important in life, ma'am?
Is it money, is it the fame and the beauty?
the human ego makes such wishes
the human nature and the human body
it's good wishes, this is the truth
but without the Right, the fight of life and the virtues?
what it means all these shits?
the friendship, the love (although i can't believe in love) and the brothership
with these 3 magic word you can make your life and you can live forever
we all know it
fight for your life
you worth it
make your wishes come true !!!
I MUST
I CAN
I WILL

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Ο Βασιλιάς της Ασίνης

 Ένα υπέροχο ποιήμα από τον Γ.Σεφέρη
 
Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου
   παγονιού
Μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
   τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον  Ομηρο
μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα~
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
         και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι~
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
    στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
   ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
   ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
    αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα
   και της  φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
   την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
   διάρκεια της  απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
   μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
   κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαϊτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Να 'ταν αυτή ο βασιλιάς της
    Ασίνης
που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχττκά σε τούτη την ακρό-
    πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω
    στις πέτρες.

         Ασίνη, καλοκαίρι '38 - Αθήνα, Γεν. '40